Η Αγία Χριστίνα έζησε στους χρόνους του βασιλέως Σεβήρου, περί το έτος 200 μ.Χ. στη Τύρο, πόλη της Συρίας.
Οι γονείς της ήταν πλούσιοι στο χρήμα, πάμπτωχοι όμως στην ψυχή, γιατί ήταν ειδωλολάτρες. Ο πατέρας της ήταν στρατηλάτης. Βλέποντας όμως την υπέροχη ομορφιά της κόρης του και φοβούμενος τους κακούς ανθρώπους έκτισε ένα υψηλό πύργο όπως συνήθιζαν τότε. Μέσα σ’ αυτόν έκλεισε τη Χριστίνα με πολλές υπηρέτριες για να την υπηρετούν και αρκετά ειδωλολατρικά, είδωλα χρυσά και αργυρά, για να προσεύχεται σ’ αυτά. Επίσης εκεί της είχε και όλα όσα χρειαζότανε για να μη βγαίνει καθόλου έξω και την βλέπουν άνθρωποι. Αυτά της έκανε ο κατά σάρκα πατέρας της, Ουρβανός στο όνομα.
Ο Χριστός όμως την φώτισε με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος και την οδήγησε στη Θεογνωσία. Ήταν πολύ συνετή. Βλέποντας την ομορφιά του ουρανού και της γης και της θάλασσας και όλα τα δημιουργήματα του Θεού συλλογιζόταν, ποιος άραγε να τα έκανε όλα αυτά. Ποθούσε να μάθει τον ποιητή και κυβερνήτη της Δημιουργίας. Και ο καλός Θεός σαν Πανάγαθος και γνωρίζοντας την καλή της προαίρεση, της έστειλε άνθρωπο και την δίδαξε όλα, όσα λαχταρούσε να μάθει. Αφού λοιπόν φωτίσθηκε, η μακαρία, σεβόταν τον αληθινό Θεό και αφιερωνόταν σε προσευχές και νηστείες.
«Λέγομαι Χριστίνα»
Κάποια ημέρα που ανεβήκανε οι γονείς της στον πύργο να την χαιρετήσουν, την προσκαλέσανε να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Η Χριστίνα όμως δεν τους άκουσε καν, ούτε και φοβήθηκε τις φοβέρες τους και τις συνέπειες. Ο πατέρας της μάλιστα θύμωσε πολύ και έφυγε να σκεφθεί τις τιμωρίες, που θα της έκανε. Η μητέρα της όμως στενοχωρήθηκε πολύ και προσπαθούσε με λόγια να πείσει την Χριστίνα να προσφέρει θυσία στους θεούς. Η Αγία όμως της απάντησε:
– Μη με συμβουλεύεις μητέρα μου, να προτιμήσω το σκοτάδι από το φως. Οι θεοί σας είναι δαιμόνια, ο Κύριος όμως δημιούργησε τους ουρανούς και όσα υπάρχουν πάνω στη γη. Εγώ είμαι δούλη του Χριστού. Γι’ αυτό πήρα τώρα και το όνομά του. Λέγομαι Χριστίνα. Επομένως δεν πείθομαι στα ψεύτικα και φαρμακερά λόγια σας, για να προσκυνήσω τα αναίσθητα ξόανα.
Άρτο Αγγέλων έφαγε
Η Αγία φόρεσε το άσπιλο φόρεμα που είχε παραγγείλει από τον πατέρα της, ένιψε τα χέρια της και το πρόσωπο και κλείστηκε στο δωμάτιο της. Έπειτα, θύμιασε τον αληθινό Θεό και προσευχήθηκε λέγοντας:
Ο Θεός ο ουράνιος, ο Δεσπότης και ποιητής του κόσμου, που καταδέχθηκες να φορέσεις σώμα ανθρώπινο και να υπομένεις πάθος εκούσιο για την σωτηρία μας, παρακαλώ την Βασιλεία σου, άκουσε με και μη μ’ εγκαταλείπεις, γιατί αμάρτησα πολύ, προσκυνώντας εν αγνοία μου τα ακάθαρτα είδωλα. Σβήσε, σαν αγαθός και ελεήμων Θεός, τις αμαρτίας μου και στάσου κοντά μου στα μαρτύρια, που με περιμένουν, για την ομολογία μου και δώσε μου δύναμη να νικήσω τους εχθρούς μας προς Δόξαν του φοβερού και Αγίου Ονόματος σου.
Όταν έλεγε αυτά η Αγία, ήλθε Άγγελος από τον ουρανό και της είπε:
– Χαίρε, νύμφη και συνονόματη του Δεσπότη Χριστού, Χριστίνα αμόλυντη. Ο Κύριος άκουσε την δέηση σου. Λοιπόν, πάρε δύναμη και ενίσχυση στην καρδιά σου, διότι θα παρουσιασθείς σε τρεις άρχοντες, για να δοξασθεί ο Θεός με σένα.
– Δώσε μου, του λέγει η Αγία, την σφραγίδα του Σωτήρα μου, για να μη φοβηθώ τους εχθρούς του.
Ο Άγγελος έκαμε ευχή, της έδωσε την εν Χριστώ σφραγίδα, δηλαδή την σταύρωσε, την ευλόγησε και της έδωκε να φάγει ψωμί ουράνιο. Η Αγία έφαγε και ευχαρίστησε τον Κύριο.
Καταστρέφει τα είδωλα
Την νύκτα κατέστρεψε με τσεκούρι τα χρυσά και τα ασημένια είδωλα των θεών, κατέβηκε από τον πύργο, τα μοίρασε στους φτωχούς και πάλι ανέβηκε.
Το πρωί ανέβηκε ο πατέρας της να προσκυνήσει τα είδωλα και δεν τα βρήκε. Με πολύ θυμό ρώτησε τις υπηρέτριες τι έγιναν και πήρε την απόκριση, ότι η κόρη του τα κομμάτιασε και τα πέταξε από το παράθυρο.
Αυτός έγινε θηρίο και πρόσταξε να τις αποκεφαλίσουν και την κόρη του να την δείρουν, χωρίς λύπη, μέχρι να κουραστούν. Στα αλήθεια την έδειραν ωσότου κουράστηκαν.
Η Αγία όμως, με την χάρη του Θεού, μάλλον δυνάμωνε και έλεγε στον πατέρα της αυτά τα λόγια:
– Γιατί πατέρα είσαι τυφλωμένος; Δεν βλέπεις, ότι εκείνοι, που με βασανίζουν έπεσαν κάτω; Ας έλθουν οι θεοί σας να τους βοηθήσουν, αν μπορούν!
Τότε ο Ουρβανός θύμωσε τόσο πολύ, ώστε την έδεσε με αλυσίδα από τον λαιμό και την φυλάκισε. Η γυναίκα του όμως, που άκουσε τα βάσανα της Αγίας, πήγε με κλάματα στη φυλακή, έπεσε στα πόδια της κόρης της και την παρακαλούσε να ξαναγυρίσει στην ειδωλολατρία. Όμως η Αγία έμενε ακλόνητη στην ομολογία της.
Σκληρά βασανιστήρια από τον πατέρα της
Όταν ο πατέρας της έμαθε, ότι είναι σταθερή στην απόφαση της, έστειλε στρατιώτες το πρωί και φέρανε την Αγία στο πραιτώριο όπου και της λέγει:
– Λυπούμαι Χριστίνα, γιατί δεν έχω άλλο παιδί και σε παρακαλώ να προσκυνήσεις τους θεούς, γιατί αλλιώς δεν θα σε λυπηθώ και θα σε βασανίσω τόσο πολύ, που θα λιώσω τα κρέατα σου.
– Μου δίνεις μεγάλη χαρά, του αποκρίθηκε, να μη μ’ έχεις πια παιδί σου, γιατί εσύ με τη διαγωγή σου είσαι γιός του διαβόλου και συνήγορος των άλλων δαιμόνων.
Τότε ο πατέρας έγινε αιμοβόρο θηρίο και διέταξε. να την κρεμάσουν και να ξεσχίζουν τις σάρκες της. Εκείνη όμως η μακάρια χαιρόταν με τα βασανιστήρια και έλεγε:
– Σε ευχαριστώ, Θεέ μου επουράνιε, γιατί με αξίωσες να καθαρισθώ, με αυτά τα βασανιστήρια από τον ρύπο της ειδωλολατρίας.
Πολλές φορές, έπαιρνε ένα κομμάτι από τις σάρκες της, το πετούσε στο πρόσωπο του πατέρα, της, λέγοντας:
– Επιθύμησες δύστυχε, να φας τις σάρκες του παιδιού σου. Φάε να χορτάσεις.
Τότε ο τύραννος πρόσταζε να φέρουν ένα τροχό και την έδεσαν επάνω. Άναψαν κατόπιν από κάτω φωτιά, τις χύνανε λάδι καυτό για να την βασανίζουν χειρότερα. Η Μάρτυς όμως σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και έλεγε:
– Κύριε, Ιησού, Χρίστε, που βοηθάς αυτούς, που σε φοβούνται, μη μ’ αφήνεις τη δούλη, σου, αλλά δείξε και τώρα το θαύμα σου, για να μη χαρούν οι ασεβείς τύραννοι!
Αμέσως σκορπίστηκε η φωτιά και κατέκαψε πολλούς από τους ειδωλολάτρες. Η Αγία βγήκε από τον τροχό. Τότε την ρώτησε ο ανόητος τύραννος:
– Δεν μου λες, ποιος σ’ έμαθε αυτές τις μαγείες και δεν σε καίει η φωτιά;
Τότε η Μάρτυς τον ελεεινολόγησε και πάλι. διότι δεν μπορούσε να δει την αλήθεια.
Βλέποντας δε αυτός, ότι δεν μπορούσε να την νικήσει, την φυλάκισε, χωρίς να της δώσει καμιά τροφή για να πεθάνει από την πείνα. Ο Ουράνιος όμως Πατέρας, σαν φιλόστοργος, δεν την άφησε χωρίς φροντίδα, αλλά έστειλε τρεις Αγγέλους και της φέρανε τροφή σωτήρια και ακόμη γιατρέψανε και το κατακομματιασμένο σώμα της. Η δε Αγία, ευχαριστούσε τον Θεό όλη την ημέρα και προσευχόταν.
Σώζεται από τη θάλασσα
Όταν νύχτωσε, ο πατέρας της έστειλε πέντε δούλους, δέσανε μια μεγάλη πέτρα στο λαιμό της και την ρίξανε στο πέλαγος. Οι Άγιοι Άγγελοι τη δεχθήκανε και περπατούσε με χαρά πάνω στο πέλαγος, γιατί η πέτρα λύθηκε θαυματουργικά και βούλιαξε. Αυτή δε δόξαζε το Θεό με τούτα τα λόγια:
– Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου Παντοδύναμε, και σε παρακαλώ σήμερα να μου δώσεις και αυτή τη χάρη: να λάβω τώρα το Άγιο Βάπτισμα σ’ αυτά τα νερά και να συγχωρηθούν οι αμαρτίες μου.
Μόλις τελείωσε αυτά, ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό:
– Άκουσα την δέηση σου.
Μαζί δε με τη φωνή, παρουσιάστηκε και νεφέλη φωτεινή. Βλέπει τότε μπροστά της τον Δεσπότη Χριστό με βασιλική πορφύρα και στεφάνι. Γύρω του στέκονταν Άγιοι Άγγελοι, με ύμνους και ευωδία θυμιαμάτων εξαιρετική. Μόλις δε η Αγία αντίκρυσε τον Κύριο, φοβήθηκε και έπεσε μπρούμυτα. Ο Σωτήρας όμως την σήκωσε και είπε:
– Εγώ είμαι ο Χριστός, Χριστίνα, που φωτίζω όλους που μ’ επικαλούνται και ήρθα να σε γλυτώσω απ’ την πλάνη των ειδώλων, όπως ζήτησες.
Τότε την κατέδυσε στην θάλασσα λέγοντας:
– Σε βαπτίζω, Χριστίνα εις το όνομα του Πατρός και εις εμέ τον Υιό του και εις το Πνεύμα το Άγιο.
Όταν είπε αυτά ο Δεσπότης την παρέδωσε στον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ, λέγοντας:
– Δώσε της την σφραγίδα μου, κάνε την λαμπροφόρο και οδήγησε την στην, ξηρά.
Έτσι ο μεν Κύριος επέστρεψε στα ουράνια, η δε Αγία βρέθηκε στη πόλη της, κοντά στο πατρικό της σπίτι.
Ο τύραννος πατέρας της πεθαίνει
Όταν λοιπόν ξημέρωσε, την είδε να προσεύχεται ο τύραννος πατέρας της και νομίζοντας, ότι οι δούλοι του δεν την ρίξανε στη θάλασσα, θέλησε να τους θανατώσει ο κακούργος, άδικα. Εκείνοι, όμως, ομολογήσανε το θαύμα και ο πατέρας της την ρώτησε:
– Πες μου, Χριστίνα, με ποιες μαγείες νίκησες την θάλασσα;
– Δεν βλέπεις, δύστυχε, αποκρίθηκε η Χριστίνα, ότι πήρα χαρά από τον Χριστό μου και ξαναγεννήθηκα.
Τότε διέταξε να την φυλακίσουν πάλι, για να την αποκεφαλίσει την άλλη ημέρα. Η Αγία, προσευχόταν όλη τη νύχτα. Ο αμετανόητος πατέρας της βασανίστηκε όλη την νύκτα πάρα πολύ και το πρωί πέθανε.
Η Χριστίνα έμεινε λίγο καιρό ήσυχη, ευχαριστώντας τον Κύριο, γιατί την γλύτωσε από τον τύραννο πατέρα της.
Την βράζουν στη πίσσα
Έπειτα από λίγες ημέρες, πήρε την θέση του πατέρα της, καινούργιος άρχοντας, που λεγόταν Δίων. Αυτός διάβασε όλα τα έγγραφα της Χριστίνας και πρόσταξε να την φέρουν στο Κριτήριο. Βλέποντας την ομορφιά του προσώπου της, άρχισε τις κολακείες και ύστερα με φοβέρες προσπάθησε να πείσει την Αγία να γυρίσει στην πλάνη των ειδώλων. Αφού όμως ο τύραννος είδε ότι η Αγία δεν αλλάζει διέταξε να την δείρουν, χωρίς λύπη. Υπέμενε όμως η Αγία με καρτερία τα βασανιστήρια κι έλεγε στον τύραννο της:
– Μ’ αυτά νομίζεις ότι θα με νικήσεις, αδύνατε; Βασάνισε με περισσότερο, γιατί αυτά μου φαίνονται παιχνίδια.
Τότε διέταξε ε τύραννος, και φέρανε μια σκάφη σιδερένια γεμάτη πίσσα, ρετσίνι και λάδι. Βάλανε δυνατή φωτιά από κάτω και βάλανε μέσα την Αγία. Τη βράζανε πολλή ώρα, γυρίζοντας την με σιδερένιες σούβλες, για να ψήσουν και διαλύσουν τις σάρκες της.
Η Μάρτυς υπέμενε με γαλήνη και αυτό το φοβερό μαρτύριο, ευχαριστώντας τον Κύριο διότι τη διαφύλαξε αβλαβή. Το θαύμα ήταν ολοφάνερο.
Τότε πάλι ο τύραννος τη συμβούλευσε:
– Βλέπεις Χριστίνα, ότι οι θεοί σε λυπούνται και σου ελαφρύνουν τη παίδευση; Αναγνώρισε την ευεργεσία τους και θυσίασε σ’ αυτούς.
– Την δύναμη του Χριστού μου, του λέει, αποδίδεις στους σιχαμερούς θεούς σου, αφρονέστατε και αναίσθητε; Πως μπορούν να βοηθήσουν τους ζωντανούς οι τυφλοί και άλαλοι;
Τότε ο τύραννος έγινε τρελός από το θυμό και διέταξε να ξυρίσουνε το κεφάλι της, να την παιδέψουν γυμνή και έτσι να την περιφέρουν σ’ όλη την πόλη, για περιφρόνηση.
Αφού γίνανε όλα αυτά την φυλακίσανε.
Την άλλη ημέρα την ξαναφέρανε στο κριτήριο και ο τύραννος της είπε:
– Ας πάμε στο ναό να προσκυνήσεις τον ουράνιο θεό Απόλλωνα.
– Καλά είπες, του είπε η Αγία, να προσκυνήσω τον Θεό τον ουράνιο.
Ο άρχοντας χάρηκε, γιατί νόμισε, ότι θα προσκυνήσει το είδωλο… Την οδηγήσανε, λοιπόν, στο ναό με αφάνταστη τιμή.
Προσευχήθηκε τότε η Αγία στον αληθινό Θεό, λέγοντας τα εξής:
– Κύριε Ουράνιε Θεέ, ο ποιητής πάσης της κτίσεως, επάκουσε εμένα τη δούλη σου και πρόσταξε να μετατοπιστεί αυτό το είδωλο και να εξέλθει από τον ναό σαράντα βήματα.
Σε διατάζω, εν ονόματι του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, να πέσεις στη γη και να γίνεις συντρίμματα.
Αμέσως και προς έκπληξη και θαυμασμό των παρόντων, εξήλθε το άψυχο άγαλμα και στάθηκε στον τόπο, όπου πρόσταξε η Μάρτυς.
Βλέποντας αυτά ο άρχοντας αφού φοβήθηκε, έπεσε καταγής. Έπειτα σηκώθηκε πάλι έντρομος και λέει στην Μάρτυρα:
– Μπόρεσαν οι μαγείες σου, να μετακινήσουν τον μέγα θεό Απόλλωνα;
Η Αγία λυπήθηκε για την αναισθησία του άρχοντα και του λέει:
– Δεν ντρέπεσαι μωρέ και ανόητε τύραννε, να ονομάζεις θεό την απώλεια των πολλών, τον Απόλλωνα. Εγώ θα τον προστάξω τώρα να απολεσθεί ο Απόλλωνας σου.
Τότε είπε προς το μιαρό είδωλο:
– Σε προστάζω, στο όνομα του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, να πέσεις στην γη και να γίνεις συντρίμμια.
Αμέσως υπάκουσε ο ψεύτικος θεός την Αγία και πέφτοντας έγινε κομμάτια.
Όλοι, που βρίσκονταν εκεί, βλέποντας το εξαίσιο, αλλά και φρικτό θέαμα, δόξαζαν τον Χριστό ως παντοδύναμο Θεό. Τρεις χιλιάδες τότε πιστέψανε σ’ Αυτόν.
Ο άρχοντας έμεινε άφωνος από την λύπη του και ξεψύχησε. Άλλος δε συνάρχοντας, φυλάκισε την Αγία, έως ότου ψηφίσουν άλλον άρχοντα.
Μέσα στο αναμμένο καμίνι
Έπειτα από λίγες ημέρες έγινε άλλος άρχοντας ο Ιουλιανός. Αυτός, όταν έμαθε για την μάρτυρα, πρόσταξε και την φέρανε στο Κριτήριο.
Μόλις παρουσιάσθηκε, άρχισε με υποσχέσεις και με φοβέρες, χωρίς να επιτύχει τίποτε. Διέταξε τότε, να κάψουν επί τρεις ημέρες κάμινο και να την ρίξουν μέσα, όπου και παρέμεινε πέντε μέρες, χρίζοντας με φροντίδα απ’ έξω την κάμινο για να μη βγαίνει καθόλου η ζέστη.
Η Μάρτυς όμως έψαλλε από μέσα με τους Αγγέλους, δοξάζοντας κι ευχαριστώντας τον Θεό, με μεγάλη φωνή.
Οι στρατιώτες, που την φρουρούσαν, ακούγοντας τις ψαλμωδίες, φοβήθηκαν κι αναφέρθηκαν στον τύραννο. Πρόσταξε τότε αυτός να την ανοίξουν την έκτη ημέρα και η Αγία βγήκε από αυτήν ολοζώντανη, σαν να έβγαινε από λουτρό.
Τότε της λέει ο τύραννος:
– Πες μας, Χριστίνα, και ομολόγησε τις μαγείες σου, ει δε μη σήμερα θα σε θανατώσω.
– Δεν σε φοβάμαι καθόλου, του αποκρίθηκε, λύκε άρπαγα. Κάνε μου ότι μπορείς. Έχω τον Ουράνιο Θεό που με βοηθάει.
Τότε διέταξε τον φροντιστή των θηρίων, ο πιο αναίσθητος και από τα θηρία, να φέρει δυο ασπίδες (δηλ. τα πιο φαρμακερά φίδια), δύο έχιδνες και δύο άλλα φοβερά φίδια Τα φοβερότερα και τα πιο φαρμακερά φίδια τα έφεραν και τα άφησαν εναντίον της Αγίας.
Αυτά, όχι μονάχα δεν την δάγκωσαν, αλλά έδειξαν προς αυτήν ευσπλαχνία: δηλαδή οι δυο ασπίδες έγλυφαν τα πόδια της και τα φίδια σκουπίζανε τον ιδρώτα, γιατί αγωνιζόταν η Αγία για τον Χριστό!
Ο τύραννος όμως, πιο θηριώδης και από τα θηρία, μάλωνε τον υπηρέτη των θηρίων και του έλεγε να τα ερεθίσει, εναντίον της Αγίας. Τα θηρία εξαγριώθηκαν και επετέθησαν εναντίον του φύλακα και τον θανατώσανε.
Τότε η Αγία διέταξε τα θηρία να φύγουν από την πόλη, χωρίς να βλάψουν κανένα, ευχαρίστησε δε τον Κύριο.
– Δέσποτα, ζωοδότη, Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ που ανέστησες το Λάζαρο, άκουσε και την δούλη σου και ανάστησε αυτόν τον άνθρωπο, για να δοξασθεί το Πανάγιο όνομά σου και να πιστέψουν αυτοί που παρακολουθούν, ότι Συ είσαι ο μόνος, που κάνει θαυμάσια.
Τότε ακούσθηκε από τους ουρανούς φωνή μεγάλη και είπε:
– Χριστίνα, ευλογημένη δούλη μου, εγώ ο Θεός σου, είμαι μαζί σου και ότι ζητήσεις θα γίνεται.
Τότε σφράγισε τον νεκρό η Αγία με το σημείο του σταυρού, λέγοντας:
– Εις το όνομα του Δεσπότη Χριστού σήκω!
Αναστήθηκε ο νεκρός, δοξάζοντας τον Θεό και την Αγία.
Της έκοψαν τους μαστούς
Ο τυφλωμένος τύραννος, νομίζοντας μαγεία το θαύμα της Αγίας, διέταξε να κόψουν τους μαστούς της. Το μαρτύριο αυτό είναι πολύ οδυνηρό. Η Χριστίνα, όμως υπέμενε καρτερικά και σήκωσε τότε τα μάτια της στον ουρανό και έκανε τούτη την προσευχή:
– Σ’ ευχαριστώ, Δέσποτα Ιησού Χριστέ, ότι με αξίωσες να πάθω αυτά για την αγάπη σου και για να καθαρισθεί ο ρύπος της ψυχής μου και του σώματος. Γνωρίζω, ότι αύριο τελειώνω τον αγώνα μου για να λάβω το άφθαρτο στεφάνι.
Τότε την φυλάκισαν. Την επισκεφθήκανε όμως πολλές γυναίκες και την παρηγορούσαν με εκδηλώσεις συμπάθειας στους πόνους της. Η Αγία και σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές της, τις δίδασκε και πολλές πιστέψανε στο Χριστό με την διδαχή της.
Το πρωί της άλλης ημέρας διέταξε ο τύραννος και την φέρανε στο μέσον και της είπε:
– Προσκύνησε τους θεούς. Αλλιώς θα σε θανατώσω.
– Σήμερα, του είπε, εσύ θα χαθείς και θα πας στην αιώνια Κόλαση.
Τότε διέταξε τύραννος να κόψουν την γλώσσα της. Αυτή όμως προσευχήθηκε έτσι:
– Ευχαριστώ, Θεέ μου, γιατί δεν μ’ άφησες από την κοιλιά της μητέρας μου. Ο θησαυρός κάθε αγαθότητας, επέβλεψε εις εμέ, γιατί ήλθε ο καιρός ν’ αναπαυθώ. Πρόσταξε να τελειώσω το δρόμο σ’ αυτό το στάδιο.
Τότε, ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό να λέει:
– Χριστίνα άμωμε, έχε θάρρος, γιατί πολλά υπέφερες για μένα. Γι’ αυτό και πολλή απόλαυση σε περιμένει. Η βασιλεία των ουρανών, έχει ανοιχθεί για σένα και οι Άγγελοι σε περιμένουν. Λοιπόν, έλα να πάρεις το στεφάνι σου, που σε περιμένει…
Όταν δε κόψανε τη γλώσσα της, την πήρε η Αγία στο δεξί της χέρι και την πέταξε στο πρόσωπο του άρχοντα, που τυφλώθηκε αμέσως. Αλλά και φωνή βγήκε από το στόμα της, λέγοντας προς τον τύραννο:
– Ιουλιανέ άπιστε, επειδή έκοψες την γλώσσα μου, που ευλογεί τον Κύριο, έχασες και συ το φως σου δίκαια, άδικε.
Τότε ο τυφλός διέταξε δύο στρατιώτες, θηρία σαν κι αυτόν, να την θανατώσουν. Και ο ένας την πλήγωσε στην καρδιά, με το τόξο του και ο άλλος στα πλευρά και έτσι τελείωσε η Αγία.
Αλλά ο τύραννος, όταν πήγαινε στο σπίτι του, δέχθηκε την οργή του Θεού και πέθανε με φριχτούς πόνους.
Βλέποντας όμως όλα αυτά τα θαύματα της Αγίας ένας συγγενής της, πίστεψε και αυτός στο Χριστό και έκτισε στο όνομα της Εκκλησία, οπού και τοποθέτησε το τίμιο και σεβάσμιο λείψανό της.
Η Αγία, παρέδωσε το πνεύμα της την 24η Ιουλίου, ημέρα Πέμπτη, εις δόξαν του Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος της Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος.
Στίχος
Τὴν Χριστίναν ἥνωσε Χριστῷ νυμφίῳ, Νύμφην ἄμωμον, αἷμα τοῦ μαρτυρίου.
Εἰκάδι βλῆτο τετάρτῃ Χριστῖνα ὀξέσι πέλταις.
Στίχος
Kτείνουσι πέλται Xριστέ την σην Xριστίναν, Tην Xριστιανών πίστιν ουκ αρνουμένην. Eικάδι βλήτο τετάρτη Xριστίνα οξέσι πέλταις.
Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’
Ἡ ἀμνάς σου Ἰησοῦ, κράζει μεγάλη τῇ φωνῇ. Σὲ Νυμφίε μου ποθῶ, καὶ σὲ ζητοῦσα ἀθλῶ, καὶ συσταυροῦμαι καὶ συνθάπτομαι τῷ βαπτισμῷ σου· καὶ πάσχω διὰ σέ, ὡς βασιλεύσω σὺν σοί, καὶ θνήσκω ὑπὲρ σοῦ, ἵνα καὶ ζήσω ἐν σοί· ἀλλ᾽ ὡς θυσίαν ἄμωμον προσδέχου τὴν μετὰ πόθου τυθεῖσάν σοι. Αὐτῆς πρεσβείαις, ὡς ἐλεήμων, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον
Τοῦ πατρός σου τὴν πλάνην λιποῦσα πάνσεμνε, τῆς εὐσεβείας ἐδέξω τὴν θείαν ἔλλαμψιν, καὶ νενύμφευσαι Χριστῷ ὡς καλλιπάρθενος- ὅθεν ἠγώνισαι στερρῶς, καὶ καθεῖλες τὸν ἐχθρόν, Χριστίνα Μεγαλομάρτυς. Καὶ νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.
Κοντάκιον Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς
Φωτοειδὴς περιστερὰ ἐγνωρίσθης, ἔχουσα πτέρυγας χρυσᾶς, καὶ πρὸς ὕψος, τῶν οὐρανῶν κατέπαυσας Χριστίνα σεμνή· ὅθεν σου τὴν ἔνδοξον, ἑορτὴν ἐκτελοῦμεν, πίστει προσκυνοῦντές σου, τῶν λειψάνων τὴν θήκην, ἐξ ἧς πηγάζει πᾶσιν ἀληθῶς, ἴαμα θεῖον, ψυχῆς τε καὶ σώματος.
Μεγαλυνάριον
Κάλλει διαπρέπουσα τῆς σαρκός, τῆς ψυχῆς τὸ κάλλος, καθιέρωσας τῷ Χριστῷ· σὺ γὰρ ὦ Χριστῖνα, τὴν πλάνην ἐβδελύξω, καὶ ὑπὲρ φύσιν ἄθλων, ἤγειρας τρόπαια.

Το 1252 μ.Χ. το Λείψανο κατατέθηκε στη Μονή του Αγίου Μάρκου στο Τορσέλλο και το 1340 μ.Χ. μεταφέρθηκε στο Ναό του Αγίου Ματθαίου στο Μουράνο. Το 1435 μ.Χ. ο Πάπας Ευγένιος Δ’ διέταξε την μεταφορά του στο Ναό του Αγίου Αντωνίου, επίσης στο Τορσέλλο. Το 1793 μ.Χ. μεταφέρθηκε στη Μονή της Μάρτυρος Ιουστίνης Βενετίας και το 1810 μ.Χ. στο Ναό του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου, όπου και σήμερα φυλάσσεται, κατατεθημένο σε κρυστάλλινη λάρνακα.
Το θέμα διαβάστηκε 118 φορές !

