Γ. Ιωσήφ Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ….. Ο πατήρ Ιωάννης
Παρά τις προσπάθειές του να μείνει άγνωστος ο Γέροντας Ιωσήφ, η φήμη του ως μεγάλου ασκητού άρχισε να διαδίδεται. Ως εκ τούτου, άρχισαν να έρχονται κοντά του διάφοροι λαϊκοί και μοναχοί, πού ήθελαν να γίνουν υποτακτικοί του. Αν και στενοχωρείτο πού έχανε τήν ησυχία του, εν τούτοις δεν του έκανε καρδιά να τους διώξη. Τους δεχόταν όλους με την ελπίδα να μεταδώση τον πλούτο πού είχε βρεί.
Ο πρώτος λαϊκός πού υποτάχτηκε στον Γέροντα Ιωσήφ ήταν ο πατήρ Ιωάννης από τη Βόρειο Ήπειρο. Ως λαϊκός, η εργασία του ήταν να καίη ξύλα και να τα κάνη κάρβουνα. Πήγε κοντά στον Γέροντα και αυτός τον έκανε μεγαλόσχημο και τον ονόμασε Ιωάννη.
Αλλ’ ο πατήρ Ιωάννης, σὺν τῷ χρόνῳ, έχασε την ακρίβεια της υπακοής και δεν ανέπαυε τον Γέροντά του.
Του έλεγε ο Γέροντας:
– Πάτερ Ιωάννη, κάνε λίγες μετάνοιες περισσότερες.
– Δεν μπορώ, Γέροντα, απαντούσε.
Βλέποντας ο Γέροντας ότι δεν τα καταφέρνει στα πνευματικά και γνωρίζοντας πως η αργία φέρνει όλα τα κακά στον μοναχό, του έλεγε:
– Καλά, κάνε λίγο εργόχειρο, διότι έχουμε έξοδα.
– Δεν μπορώ, Γέροντα.
Τί να του πή και ο Γέροντας! Δεν μπορείς να αγιάσης τον άλλον με το ζόρι. Γι’ αυτό υποχωρούσε και του έλεγε:
– Καλά, παιδί μου, κάνε ό,τι μπορείς.
Συνέχεια παρήκουε ο πατήρ Ιωάννης και ο Γέροντας λυπόταν πολύ και επειδή δεν άκουγε τις συμβουλές του, άφησε το θέμα στον Θεό και προσευχόταν γι’ αυτόν.
Ο πραγματικός υποτακτικός δεν φοβάται πλάνη, διότι με την ταπείνωσι της υπακοής κόβεται το δικαίωμα αυτό. Βλέποντας, λοιπόν, ο πονηρός εχθρός της σωτηρίας μας, τις παρακοές του νεαρού υποτακτικού, άρπαξε το δικαίωμα και του σκάρωσε την ακόλουθη παγίδα.
Μιά νύχτα, πού κοιμόταν, του κτύπησε ο δαίμονας την πόρτα και του είπε:
– Δι’ ευχών, σήκω αδελφέ να κάνης τον κανόνα σου.
Ο πονηρός δαίμονας είπε μεν το «δι’ ευχών» αλλά την προσευχή δεν τόλμησε να τη συνεχίση. Είπε μόνο τις ακίνδυνες γι’ αυτόν λέξεις: «δι’ ευχών».
Ο πατήρ Ιωάννης, νομίζοντας ότι είναι ο Άγγελός του, φούσκωσε από υπερηφάνεια. «Α! επιτέλους! Έφτασα σε μέτρα» θα σκέφθηκε. Σηκώθηκε, λοιπόν, και άρχισε με ζήλο την αγρυπνία του. Αλλά στον Γέροντα δεν είπε τίποτα!
Την επομένη νύχτα συνέβη το ίδιο. Και το σκηνικό επαναλαμβανόταν απαράλλακτα κάθε βράδυ. Και αφού γέμιζε υπερηφάνεια, του έδωσε και ο διάβολος προθυμία, διότι προσευχή χωρίς ταπείνωσι είναι ίση με μηδέν απέναντι στον Θεό. Ο πατήρ Ιωάννης πίστευε ότι συνομιλούσε με τον Άγγελό του.
Αφού λοιπόν, πέρασε έτσι λίγος καιρός και είδε ο δαίμονας ότι έψαψε το δόλωμα ο πατήρ Ιωάννης, άρχισε να τον διδάσκη και «άρρητα ρήματα». Δεν έβλεπε ο μοναχός τον δαίμονα αλλά άκουγε τη φωνή του. Φυσικά, ανάμεσα στα πρώτα πού του δίδαξε ο ανθρωποκτόνος, ήταν και το εξής:
– Πρόσεξε καλά, μην πης στον Γέροντά σου ότι σου μιλώ και σε διδάσκω ουράνια πράγματα, διότι δεν θα ξανάρθω και έτσι θα χάσης τη βοήθειά μου.
Και αυτός σκέφθηκε: «Προκειμένου να χάσω τον Άγγελό μου, καλύτερα να μην πω τίποτα στον Γέροντα». Κι έτσι ανενόχλητος πλέον ο διάβολος του έπλεκε πολύ όμορφα την παγίδα. Σταμάτησε, λοιπόν, για ένα διάστημα να φανερώνη ο πατήρ Ιωάννης τους λογισμούς του στον Γέροντα.
Ο Γέροντας όμως, ως πνευματικός του πατέρας, ανησυχούσε μ’ αυτή τη συμπεριφορά του και τον ρώτησε:
– Πώς πάς, πάτερ Ιωάννη;
– Καλά, πολύ καλά, Γέροντα.
– Δεν έχεις κανένα λογισμό να εξομολογηθής;
– Όχι, όχι, πολύ καλά είμαι.
Ο Γέροντας, σεβόμενος την απάντησή του, δεν συνέχισε αλλά το έκανε θέμα προσευχής. Αφού λοιπόν, ο πατήρ Ιωάννης αρνήθηκε τη βοήθεια του Θεού και δεν μίλησε στον Γέροντα, σκέφθηκε ο διάβολος: «Είναι πλέον δικός μου. Να του δώσω τη χαριστική βολή».
Έτσι, λίγες ημέρες αργότερα του είπε:
– Τώρα θα ξημερώση Κυριακή. Μετά από την εκκλησία θα ρθης στο τάδε σημείο και από εκεί θα σε πάρω για τον ουρανό. Από εκεί θα σε πάη με πύρινο άρμα ο προφήτης Ηλίας στην Αγία Τριάδα, να ιδής τον Παράδεισο και πολλά άλλα.
Εν τω μεταξύ ο Γέροντας κάνοντας έντονη προσευχή και νιώθοντας μεγάλη ανησυχία για τον πατέρα Ιωάννη τον κάλεσε στο κελί του και του ζήτησε να εξαγορεύση τους λογισμούς του. Εκείνος αρνήθηκε, και του είπε ότι δεν είχε λογισμούς. Ο Γέροντας όμως τον στρίμωξε και τότε εκείνος μασημένα του είπε:
– Ευλόγησον Γέροντα, με την ευχή σου, αξιώθηκα τον τελευταίο καιρό και προσεύχομαι με τον Άγγελό μου μαζί. Συμφωνήσαμε αύριο βράδυ να κατεβούμε μαζί στον παπα-Ματθαίο να κοινωνήσω και μετά, θα κατέβη ο προφήτης Ηλίας να παραλάβη με πύρινο άρμα την ψυχή μου.
– Μήπως σου είπε ο Άγγελός σου να μην μου πης τίποτα;
– Ναι, μου το είπε.
Δεν πρόλαβε να αποσώση αυτές τις λέξεις και αμέσως ο Γέροντας του άστραψε μια δυνατή μπαταριά. Πάνε και οι ίπποι, πάνε και οι αναβάτες.
– Βρέ, πλανεμένε! Σε έβαλε ο σατανάς στο χέρι να σε ρίξη από κανέναν κρημνό να πάς στην κόλαση και σύ δεν μιλάς!
– Μά, Γέροντα, είναι δυνατόν;
– Εάν ήταν Άγγελος Θεού, γιατί να σου πη να μην μου πης τίποτα σ’ εμένα τον Γέροντά σου; Ο Γέροντας με τους Αγγέλους συνεργάζεται, γιατί είναι και αυτός δούλος του Θεού, όπως και οι Άγγελοι. Γιά να σου λέη να μή φανερώσης τίποτα, δεν ήταν Άγγελος, αλλά διάβολος πονηρός, θέλοντας να σε καταποντίση στον ψυχικό θάνατο. Λοιπόν, παιδί μου, πήγαινε στο κελλάκι σου. Στην εκκλησία δεν θα πάς και θα ιδής τώρα αν θα ξανάρθη!
Η μπαταριά και ο λόγος του Γέροντα τον ταρακούνησαν για τα καλά. Θέλοντας και μή υπάκουσε και πήγε στο κελλί του. Και όπως το είπε ο Γέροντας έτσι κι έγινε. Δεν ξανάρθε ως φωτεινός Άγγελος Θεού, αλλά όπως ήταν στην πραγματικότητα, μαύρος διάβολος και του είπε αγριεμένα:
– Δεν σου είπα, ρέ παλιοκαλόγηρε, να μην πης το μυστικό μας στον Γέροντα; Μόλις τα άκουσε αυτά ο πατήρ Ιωάννης έφριξε. Έτρεξε αμέσως στον Γέροντα, έπεσε στα πόδια του και του εξωμολογήθηκε τα πάντα με πολλή ευγνωμοσύνη.
Νά ο πνευματικός οδηγός τί κάνει! Η φώτισις του Θεού και η εμπειρία του Γέροντος δεν τον άφησαν. Γι’ αυτό πρέπει να δείχνουμε απόλυτη εμπιστοσύνη, διότι όλοι οι διακριτικοί Γέροντες και Πνευματικοί πατέρες αγρυπνούν για τις ψυχές των πνευματικών τους παιδιών. Σε κάθε πόλεμο του υποτακτικού το παρόν δίνει πρώτος ο Πνευματικός πατέρας και όταν κάνη απόλυτη υπακοή σ’ αυτόν, στον Πνευματικό του οδηγό, Γέροντα και πατέρα, αυτή η υπακοή αναφέρεται στον Θεό πού την αποδέχεται και την ανταμείβει με πλούσια τη Χάρι Του.
Άλλη φορά πάλι ο πατήρ Ιωάννης είχε πέσει σε μεγάλο σαρκικό πόλεμο και δεν μπορούσε να συγκρατήση τον εαυτό του. Ήρθε στον Γέροντα, αυτός προσευχήθηκε και ο μοναχός Ιωάννης θεραπεύθηκε και δεν τον ξαναπείραξε αυτός ο πόλεμος, παρά ταύτα δεν ανέπαυε μέχρι τέλους τον Γέροντά του.
Από το βιβλίο: Πνευματικές Εμπειρίες, Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού
Πηγή ierosnaos.com
Το θέμα διαβάστηκε 99 φορές !

